Η σόγια προστατεύει από τις πολυκυστικές ωοθήκες

61     

Η σόγια προστατεύει από τις πολυκυστικές ωοθήκες

galasogias Μία στις 10 γυναίκες πάσχουν από το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών , το οποίο συνδέεται με διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και αύξηση των επιπέδων των ανδρογόνων (π.χ. τεστοστερόνης) που φυσιολογικά είναι σε χαμηλά επίπεδα στις γυναίκες. Οι διαταραχές αυτές  έχουν ως αποτέλεσμα προβλήματα όπως υπογονιμότητα, αύξηση του σωματικού βάρους, ακμή και αυξημένη τριχοφυΐα στο σώμα, λιπαρότητα στο δέρμα. Οι αρνητικές συνέπειες δεν σταματούν εδώ αφού  μακροπρόθεσμα το σύνδρομο μεγαλώνει τον κίνδυνο εκδηλώσεως μεταβολικών και καρδιαγγειακών προβλημάτων. Η σόγια και τα προϊόντα της χάρη στα φυτικά «οιστρογόνα» που περιέχουν βελτιώνει την καρδιολογική και την μεταβολική υγεία των γυναικών.  Αυτό έδειξαν τα αποτελέσματα έρευνα  που δημοσιεύθηκαν στην «Επιθεώρηση Κλινικής Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού» ( JCEM), και πήραν μέρος 70 γυναίκες ηλικίας 18 έως 40 ετών οι οποίες έπασχαν από το εν λόγω σύνδρομο. Οι μισές από αυτές άρχισαν να καταναλώνουν καθημερινά και για  12 εβδομάδες ένα συμπλήρωμα των 50 mg από ισοφλαβόνες σόγιας (ποσότητα που αντιστοιχεί σε 500 ml γάλα σόγιας) και οι υπόλοιπες ένα συμπλήρωμα από ανενεργό ουσία (εικονικό συμπλήρωμα). Οσες γυναίκες συμμετείχαν στην μελέτη, πριν και μετά την περίοδο λήψης των συμπληρωμάτων, υποβλήθηκαν σε εξετάσεις αίματος, οι οποίες έδειξαν πως εκείνες οι οποίες είχαν πάρει τις ισοφλαβόνες σόγιας παρουσίασαν  μείωση των επιπέδων της ινσουλίνης που κυκλοφορούσε στο αίμα τους, καθώς και ελάττωση των επιπέδων της τεστοστερόνης, των τριγλυκεριδίων και της κακής (LDL) χοληστερόλης στο αίμα.  Ειδικά η μείωση της ινσουλίνης είναι πολύ σημαντική, διότι υποδηλώνει ότι είχε μειωθεί η αντοχή του οργανισμού τους στην ινσουλίνη που πιστεύεται ότι βρίσκεται στη βάση του συνδρόμου. «Τα αποτελέσματα αυτά δείχνου ότι οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να ωφεληθούν από την κατανάλωση της σόγιας, μέσω της βελτίωσης της μεταβολικής και καρδιαγγειακής λειτουργίας», υποστήριξε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Ζατολάχ Ασεμί, από το Πανεπιστήμιο Ιατρικών Επιστημών Kashan, στο Ιράν.